Dogs

καλωσήρθατε στο διαδικτυακό μας σκυλόσπιτο

Logs

Οι φίλοι μας

Post by Marco:

Αυτή είναι η Μαρία

Παρακάτω θα σας πω μερικά πράγματα για τους φίλους μας. Επειδή όμως δεν ήξερα πως να αρχίσω, σκέφτηκα να κάνω κι εγώ ένα κόλπο σαν κι εκείνα που έχω δει στις ταινίες, που βλέπουν οι φίλοι μου αρκετά συχνά. Θα σας τους συστήσω in order of appearance:

Η Μαρία και ο Κωνσταντίνος ήταν οι πρώτοι φίλοι που κάναμε. Όπως μπορεί ήδη να ξέρετε αν έχετε διαβάσει την ιστορία μας, όταν τους είδαμε για πρώτη φορά, εγώ πήγα κι έκατσα επάνω στη Μαρία επειδή μύριζε πιο όμορφα. Κάτι που δεν αναφέρεται όμως εκεί, είναι το γεγονός, ότι ο αδερφός μου ο Τsuku, πήγε κι έκατσε επάνω στον Κωνσταντίνο. Καμιά φορά που το συζητάμε οι δυο μας, μου λέει πως κι εκείνος στη Μαρία ήθελε να ανέβει, αλλά μια και δε μπορούσε να τρέξει τόσο γρήγορα όσο εγώ, απλά δεν πρόλαβε. Εγώ μετά τον πειράζω και τον λέω καχεκλικό, καρεκλικό ή όπως τέλος πάντων προφέρεται, αλλά εκείνος νομίζει ότι τον κοροϊδεύω και με δαγκώνει. Μετά τον δαγκώνω κι εγώ και... Ας γυρίσουμε στο θέμα μας καλύτερα.

Η Μαρία και ο Κωνσταντίνος ήταν οι πρώτοι μας φίλοι λοιπόν. Εκείνοι ήταν που μας χώρισαν όταν έφεραν στο σπίτι πρώτα εμένα. Εκείνοι ήταν όμως που μετά από μερικές ημέρες πήγαν και έφεραν και τον Tsuku.

Αγκαλίτσα με τη Μαρία

Η Μαρία είναι δασκάλα και το πρωί πηγαίνει στο σχολείο. Μετά, τα μεσημέρια, γυρίζει από το σχολείο στο σπίτι και συχνά είναι πιο κόκκινη απ' όταν φεύγει τα πρωινά. Επίσης φωνάζει πολύ και λέει ιστορίες για τα παιδιά από το σχολείο. Ο Κωνσταντίνος από την άλλη δεν έχουμε καταλάβει τί ακριβώς κάνει. Μάλλον φταίει το γεγονός ότι του αρέσει να κάνει πάρα πολλά πράγματα. Μία τον ακούμε να κάνει αυτό, μετά την άλλη τον ακούμε να κάνει κάτι άλλο κ.ο.κ. Ευτυχώς, τουλάχιστον, του αρέσει να ασχολείται και με τους υπολογιστές κι έτσι, αν ποτέ χρειαστούμε τίποτα, μπορεί να μας βοηθήσει με την ιστοσελίδα μας καμιά φορά.

Καμιά φορά, η Μαρία και ο Κωνσταντίνος πηγαίνουν και μένουν στο δικό τους σπίτι και τότε είναι που με παίρνουν κι εμένα μαζί τους και πάω και μένουμε όλοι μαζί εκεί. Ευτυχώς όμως, σχεδόν κάθε φορά, την επόμενη ημέρα πάμε πάλι στο άλλο σπίτι, εκεί που μένουν η μαμά και ο μπαμπάς του Κωνσταντίνου και που κρατάνε και τον Tsuku. Έτσι, μπορεί να μη μένουμε συνέχεια όλοι μαζί, αλλά περνάμε τόσο χρόνο μαζί, που είναι σαν “σχεδόν συνέχεια” κι εμάς αυτό μας αρέσει γιατί μπορούμε να λέμε πράματα που όταν προσπαθούμε να τα επικοινωνήσουμε προς τους ανθρώπους, εκείνοι δε μας καταλαβαίνουν. Ώρες-ώρες σκεφτόμαστε, πως μάλλον είμαστε πιο έξυπνοι από εκείνους γιατί εμείς καταλαβαίνουμε τη γλώσσα τους, ενώ εκείνοι δεν καταλαβαίνουν τη δική μας. Αλλά, φαίνεται, για να κατακτήσεις τον κόσμο δε χρειάζεται να έχεις μυαλό αλλά αντίχειρες!

Ο αδερφός μου ο Tsuku, επίσης
γνωστός κι ως κ. Ξαπλόπουλος;

Τώρα θα σας πω για τους γονείς του Κωνσταντίνου, την κυρία Ελένη και τον κύριο Παναγιώτη. Τους αγαπάμε και τους δυο πολύ, τον καθένα για ξεχωριστούς λόγους. Η κυρία Ελένη είναι εκείνη που μας μαγειρεύει τα νόστιμα φαγητά, που η γεύση τους δεν έχει καμία σχέση με τις βαρετές κροκέτες που μας βάζουν στο πιάτο μας. Καμιά φορά, όταν δεν περνάει την ώρα της στην κουζίνα, βάζει τα παιχνίδια μας σε ένα μεγάλο κουτί που ονομάζει “πλυντήριο” και τους ανανεώνει την όμορφη μυρωδιά τους. Αυτό το κάνει, μάλλον, γιατί μετά από μερικές φορές που τα παίρνουν οι άνθρωποι, μετά εκείνα μυρίζουν ποδαρίλα. Όχι ότι αυτό μας εμποδίζει να παίζουμε μαζί τους, αλλά όταν μοσχοβολούν εμείς τα προτιμάμε. Άλλοτε, χρησιμοποιεί ένα μεγάλο κοντάρι που στο ένα του άκρο έχει κάτι που μοιάζει με Yorkshire Τerrier και μαζεύει από το πάτωμα τις τρίχες που αφήνουμε, αναγκάζοντάς μας να αφήσουμε μετά κι άλλες. Αν δε, χρησιμοποιήσει και το άλλο κοντάρι που με το οποίο λέει ότι “σφουγγαρίζει” και μετά εμείς φέρουμε μέσα χώματα από έξω, τότε ξεχνάει το “σφου-” και “γκαρίζει” μόνο!

Ο κύριος Παναγιώτης από την άλλη μεριά είναι πιο χαλαρός. Άμα είμαι στο σπίτι όταν εκείνος γυρίζει από τη δουλειά του, μου αρέσει να πηγαίνω και να ξαπλώνω επάνω στην κοιλιά του όσο εκείνος κάθεται στον καναπέ και βλέπει τηλεόραση. Τότε εκείνος βήχει και λέει το όνομά μου δυνατά, αλλά εγώ ξέρω ότι του αρέσει η παρέα μου και κάθομαι λίγο παραδίπλα κι εκείνος τότε με χαϊδεύει και γελάει. Ξέρω ότι γράφοντάς το εδώ μπορεί να το διαβάσει ο αδερφός μου, αλλά εγώ και πάλι θα σας πω το colpo grosso που έχω σκαρφιστεί και κάνω. Όταν είναι η ώρα του φαγητού, αφήνω τον Tsuku να σηκώνεται για να δει επάνω στο τραπέζι, πάντα δίπλα στον κύριο Παναγιώτη, αφού εκείνος είναι που μοιράζεται το φαγητό του πιο συχνά. Ο Κωνσταντίνος και οι άλλοι παρευρισκόμενοι φωνάζουν στον μπαμπά του και τον Tsuku ενώ σ' εμένα που κάθομαι ήσυχος από δίπλα δε λένε τίποτα. Όμως, επειδή ο μπαμπάς του είναι δίκαιος, κάθε φορά που δίνει λίγο φαγητό στον Tsuku, δίνει και σ' εμένα. Έτσι εγώ τη βγάζω καθαρή και χορταίνω!

Αυτός είναι ο Κωνσταντίνος.
Τον κλείσαμε στο πορτμπαγκάζ
για να δει πως είναι!

Καμιά φορά, αλλά πιο σπάνια, έρχεται στο σπίτι και ο Γιώργος. Αυτός είναι ο μικρότερος αδερφός του Κωνσταντίνου – όπως είναι ο Tsuku για εμένα ένα πράγμα. Στην αρχή, ο Γιώργος έμενε μαζί με τους γονείς του στο ίδιο σπίτι, αλλά μετά από λίγο καιρό έφυγε και πήγε να μείνει κάπου αλλού. Εγώ νόμιζα ότι πήγε κι εκείνος στο σπίτι που μένουμε με τον Κωνσταντίνο και τη Μαρία, όμως όποτε τον έχω ψάξει εκεί, δεν τον βρήκα. Έτσι υποθέτω πως θα πρέπει να μένει πολύ μακρυά, γιατί συχνά μπορεί να περάσουν ακόμη και μέρες μέχρι να επιστρέψει. Όταν τον βλέπουμε χαιρόμαστε και ξέρουμε ότι κι εκείνος χαίρεται. Μόνο που εκείνου δε του αρέσει να ανεβαίνουμε τόσο πολύ επάνω του γιατί λέει τον πειράζει να τον γεμίζουμε με τρίχες μας.

Εγώ, με τη Μαρία και τον Κωνσταντίνο, έχω πάει και σε ένα ακόμη σπίτι το οποίο είναι πολύ μακρυά από τα υπόλοιπα. Εκεί μένουν η μαμά, ο μπαμπάς και ο αδερφός της Μαρίας. Από όλους, έχω περάσει το λιγότερο χρόνο με τον αδερφό της Μαρίας, που επίσης τον λένε Γιώργο. Εκείνου δεν του αρέσουν καθόλου οι τρίχες μου. Μάλιστα, τον πειράζουν τόσο πολύ, που δε θέλει ούτε να μπαίνω στο δωμάτιό του, μην τυχόν και μου πέσει κατά λάθος καμία. Θα το έχει το όνομα φαίνεται.

Έπειτα, είναι η κυρία Ρένα, η μαμά της Μαρίας. Στην αρχή, ούτε εκείνη ήθελε τις τρίχες μου, αλλά σύντομα, όταν "πότισα" το χαλί του σαλονιού και μετά μία γλάστρα που είχε δίπλα στην κουζίνα, τότε οι τρίχες που άφηνα έπαψαν να είναι τόσο μεγάλο πρόβλημα. Τις ημέρες που έχει καλή διάθεση, έρχεται και με χαϊδεύει και παίζει μαζί μου, μου λέει πόσο όμορφος είμαι και ζητάει από την Μαρία να με αφήσει στην Καλαμάτα μαζί της. Αν όμως κάνω κατά λάθος κάτι με το οποίο δε συμφωνεί, τότε όπου φύγει-φύγει!

Τί είναι αυτό; Πάμε να δούμε!

Τέλος, είναι κι ο μπαμπάς της Μαρίας, ο κύριος Βασίλης. Την τελευταία φορά που τον είδα προσπαθούσε να μιλήσει τη γλώσσα μου κι εγώ είχα χαρεί πολύ που κάποιος δίποδος μπορούσε να το κάνει αυτό και του απαντούσα. Βέβαια, μιλούσε τα σκυλέζικα όπως τα κινέζικα – ήξερε δύο-τρεις λέξεις κι αυτό ήταν όλο. Έτσι, όσο κι αν του φώναζα, δεν κατανοούσε τί του απαντούσα και ο διάλογός μας δεν ήταν κι ο πιο επιτυχημένος. Εκείνος είναι πιο χαλαρός όσον αφορά στην παρουσία μου. Καμιά φορά που κατεβαίνουμε στην Καλαμάτα με τη Μαρία μόνο οι δυο μας, με πηγαίνει βόλτα αντί για τη Μαρία. Αυτό συμβαίνει ιδιαίτερα το πρωί, όταν εκείνη κοιμάται, αλλά και μερικά απογεύματα, που πηγαίνει, με τους δικούς της φίλους, σε κάτι μαγαζιά που σερβίρουν ανθρώπους αλλά όχι σκύλους.

Γενικά, τόσο σ' εμένα όσο και στον αδερφό μου, μας αρέσει πολύ να έχουμε φίλους. Έτσι, πέρα από τους παλιούς και καλούς μας φίλους, προσπαθούμε ολοένα να γνωρίζουμε και καινούριους. Αυτό το πετυχαίνουμε είτε από φίλους των φίλων μας που έρχονται στα σπίτια μας, είτε έξω, όταν πηγαίνουμε βόλτες. Να, λοιπόν, άλλος ένας λόγος για τον οποίο μας αρέσουν οι βόλτες!